Top
Κράβαρα_Ορεινή Ναυπακτία

Μία ιστορία στο πλαίσιο της έρευνας με τίτλο: “Μια ιστορία θα σου πω”

Αφηγητής: Μπάμπης Κωνσταντάτος

Τόπος: Ορεινή Ναυπακτία – Κράβαρα – Άνω Χώρα

Χρόνος αφήγησης: 1999

Θέμα: Μια ταξιδιωτική περιήγηση στην ορεινή Ναυπακτία έφερε στο φως μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της Αντίστασης κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, την Ασημίνα Καρκάνη.

Η ιστορία θα παρουσιαστεί σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά στο βιωματικό κομμάτι της ιστορίας. Το δέυτερο μέρος αφορά ένα δεύτερο βιωματικό κομμάτι που δημιούργησε η ύπαρξη της πρώτης ιστορίας μέσα από την οποία μπορεί να διαπιστώσει κάποιος την αξία της περιπλάνησης στο ταξίδι της γνώσης.

” Σχεδόν κανένας δεν κυκλοφορεί στους παγωμένους δρόμους του ορεινού χωριού της Αιτωλοακαρνανίας. Το χιόνι που έριξε το προηγούμενο βράδυ δεν ήταν πολύ, αλλά αρκετό να πείσει τους λιγοστούς του κατοίκους να προτιμήσουν τη ζεστασιά του σπιτιού τους. Κάτι γέρους, δηλαδή, που την προηγούμενη μέρα τους είδα να τα λένε στον καφενέ. Σήμερα, κι αυτό το μοναδικό σημείο μάζωξης του χωριού είναι άδειο, κι από το θολωμένο τζάμι μόνον ο καφετζής διακρίνεται να μαζεύει κάτι ποτήρια από τα τραπέζια, χθεσινοβραδινά απομεινάρια μάλλον.

Με κρεμασμένη τη φωτογραφική μηχανή στον ώμο έχω βγει από το ξενοδοχείο και, προσέχοντας πού πατάω για να μην φάω καμιά τούμπα στο παγωμένο οδόστρωμα, ψάχνω με το βλέμμα να “συλλάβω” την εικόνα της… ημέρας.

Το τοπίο πανέμορφο. Χιονισμένες στέγες και καπνός να βγαίνει από τις καμινάδες, όμως, τίποτα το ιδιαίτερο. Δεν είναι αυτό που θέλω τώρα. Όχι, ένα τοπίο που από μόνο του να ομορφαίνει το καρέ μου. Ένας δάσκαλος σε φωτογραφικό σεμινάριο όταν ήμουν πιτσιρικάς μας είχε πει: “Ρε ‘σεις, μη μου φέρνετε ηλιοβασιλέματα, και της γιαγιάς μου αν της δώσω φωτογραφική μηχανή και πατήσει το κουμπάκι κατά κεί που πέφτει ο ήλιος, ζωγραφικό πίνακα θα βγάλει”.

Τον θυμήθηκα τον Φίλωνα και απρόσμενα μελαγχόλησα. Νωρίς την έκανε. Κρίμα.

Συνέχισα να περπατάω με περισκοπικό βλέμμα παρατηρώντας τα σπίτια που αραίωναν, όταν ξαφνικά βλέπω να σκάει από μια ανοιχτωσιά μια περίεργη φιγούρα. Απίστευτο! Μια μαυροντυμένη φιγούρα καμπουριασμένη, με ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη. Ρε συ από πού βγήκε αυτή; Κάτι παιδικά παραμύθια μου θύμισε και προς στιγμή νόμισα ότι ήταν παραίσθηση παλιμπαιδισμού. Η εικόνα, ωστόσο, δεν χάθηκε αλλά συνέχισε να κινείται. Βρήκα μια γωνιά που με κάλυπτε κάπως, να ”συλλάβω” το στιγμιότυπο στο φιλμάκι χωρίς να με πάρει χαμπάρι η ταλαίπωρη γριούλα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ντρεπόμουν. Ντρεπόμουν για το καλοριφέρ του σπιτιού μου και του ξενοδοχείου που έμενα, ντρεπόμουν γι΄ αυτή την εικόνα που την ήθελα στο αρχείο μου και που για μένα θα ήταν ένα φωτογραφικό ενδιαφέρον θέμα αλλά για τη γριούλα με τα ξύλα αγώνας ζωής. Ναι, ντρεπόμουν και ντράπηκα ακόμα περισσότερο όταν αργότερα κοιτούσα στον προτζέκτορα την προβολή του σλάιντ της γιαγιάς με τα ξύλα στην πλάτη.

Κράβαρα Ορεινή Αιτωλία
Τη στιγμή εκείνη η ανθρωπότητα περνούσε στην τρίτη χιλιετία, ωστόσο ο χρόνος για κάποιους είχε σταματατήσει αλλού. © Μπάμπης Κωνσταντάτος 1999.

Και ναι, αυτό το σκηνικό παιζόταν αληθινό μπροστά μου, λίγο πριν σημάνουν οι καμπάνες εισόδου του πολιτισμένου κόσμου στην τρίτη μετά Χριστόν χιλιετία.

”Προχώρα μαλάκα”, σκέφτηκα, και συνέχισα προς την έξοδο του χωριού με τις ”τύψεις” της καλοπέρασής μου να παγώνουν κι αυτές σαν το χθεσινοβραδινό χιόνι στο οδόστρωμα.

Η επόμενη μαυροντυμένη φιγούρα που συνάντησα λίγο παρακάτω δεν ήταν σκυφτή. Ψηλή κορμοστασιά, γύρω στα 80 φαινόταν, αγέρωχο βλέμμα. Κρατούσε μια σκούπα και έδιωχνε το χιόνι από το πεζοδρόμιο.

Ένα μεσοαστικό σπιτάκι με αλουμινένια πόρτα και παράθυρα με μισό μέτρο πεζοδρόμιο να το χωρίζει από τη δημοσιά, ήταν, μάλλον, το σπίτι της. Στάθηκα λίγο μακρύτερα και την παρατηρούσα. Νταρντανόγρια, αλλά και ο τρόπος που κρατούσε τη σκούπα ήταν σαν να κράταγε κάτι που ήλεγχε απόλυτα. Κάτι σαν προέκταση των χεριών της, της κορμοστασιάς της. Δεν σήκωσα τη φωτογραφική μηχανή ούτε σκέφτηκα να κάνω παπαράτσικη φωτογράφηση. Βάδισα προς το μέρος της και όταν την πλησίασα την χαιρέτησα.

Σταμάτησε το σκούπισμα του χιονιού και με κοίταξε βαθιά. ”Καλωσόρισες” αποκρίθηκε, συνεχίζοντας να με περιεργάζεται. Ένιωσα αμηχανία, μια φωτογραφία της ήθελα μόνο αλλά έκανα περίπλοκους λογαριασμούς σκέψης για το πώς θα της το ζητούσα.

Τελικά το αποφάσισα: ”Θα μπορούσα να σας πάρω μια φωτογραφία… έτσι όπως σκουπίζετε το χιόνι” είπα και δεν ήμουν σίγουρος αν θα μού ποζάρει ή θα μού έδινε καμιά με τη σκούπα στο κεφάλι.

”-Πούθε είσαι” με κεραυνοβόλησε. Της απάντησα από πού. Με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, πάλι βαθιά μέσα στα μάτια, και γυρνώντας προς τον τοίχο ακούμπησε τη σκούπα.

”-Πάμε να σε κεράσω ένα τσίπουρο” είπε, καθώς ακόμα έβλεπα την πλάτη της.

”-Γεια σου Ασήμω”, τη χαιρέτησε ο καφετζής, έτσι έμαθα και όνομά της. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι. Δεν υπήρχε κανένας αυτή την ώρα στο καφενείο, ενώ ήταν φανερή και η απορία του καφετζή με τους πρωινούς του πελάτες.

Άφησε κι εκείνος τη σκούπα του και ήρθε κοντά μας. Ακούμπησε την Ασήμω στον ώμο της και τη ρώτησε τι να μας φέρει. Το βλέμμα του εκτός από καλοσυνάτο φανέρωνε και τη μεγάλη του εκτίμηση στη συγχωριανή του. Ρε λες να είναι η μάνα του, σκέφτηκα προς στιγμή. Τέλος πάντων, αφού το συζητήσαμε λιγάκι για το τι θα με κέρναγε η Ασήμω, ούτε λόγος για τσίπουρο πρωινιάτικα, αποφάσισα να πάρω ένα κανταϊφι, που είχα δει στη βιτρίνα, όχι πως το έκανα όρεξη, αλλά έτσι, για να μην την προσβάλω. Εκείνη δεν πήρε τίποτα, κάτι είπε για το ζάχαρό της, και αρκέστηκε σε ένα ποτήρι νερό.

Έκανα κάποιες προσπάθειες να την περιεργαστώ αλλά τις έκοβα, γιατί τα βλέμματά μας συναντιόντουσαν. Έτσι αρκέστηκα να ασχοληθώ με το κανταΐφι μου.

”Τι θα την κάνεις τη φωτογραφία μου” με κεραυνοβόλησε η γριά, και μόνον τότε κατάλαβα ότι αυτή που με προσκάλεσε για κέρασμα δεν ήταν μια τυχαία χωριάτα γριά, που θέλησε να φλυαρίσει με τον πρωτευουσιάνο που συνάντησε έξω από την πόρτα της.

Μαγκώθηκα. Τι να της έλεγα τώρα; Ότι την είδα αξιοπερίεργο; ότι έκανα συλλογή φωτογραφιών από ανθρώπους της υπαίθρου;

Αποφάσισα να της πω την αλήθεια. ”-Είμαι δημοσιογράφος, κυρά Ασήμω, όχι από αυτούς… ξέρεις τι εννοώ, φτιάχνω αρθράκια με ταξίδια στα λιγότερο γνωστά μέρη και τα δημοσιεύω σε διάφορα περιοδικά. Μου άρεσε έτσι που σε είδα να σκουπίζεις το χιόνι και σκέφτηκα ότι θα ήταν μια ενδιαφέρουσα φωτογραφία για να στολίσει το άρθρο μου.”

Ασήμω Καρκάνη Αντίσταση
Ασήμω Καρκάνη, πολέμησε για την ελευθερία μας και φυλακίστηκε για την αλήθεια της, γιατί κάποιοι σκοτώνουν τους ήρωές τους. © Μπάμπης Κωνσταντάτος 1999.

Την είδα να σκύβει και να τρίβει το πόδι της κάτω από το γόνατο κάνοντας έναν μορφασμό πόνου.

“-Τι έπαθες, τη ρώτησα, χτύπησες πουθενά;”

Γύρισε και με κοίταξε για λίγο έτσι όπως ήταν σκυμμένη. ”-Μπα, μια σφαίρα έχει ριζώσει εδώ μέσα και με ταλαιπωρεί.”

Την κοίταξα απορημένος. Ρε ποιος την πυροβόλησε τη γιαγιά, σκέφτηκα. Μήπως κανένας κυνηγός από αυτούς που έρχονται εδώ για αγριογούρουνα;

Ήρθε πάλι στα ίσα της στην καρέκλα.

“-Eίπες πως δεν είσαι από εκείνους τους δημοσιογράφους των εφημερίδων, οπότε δεν θα ήξερες και τον άντρα μου. Τον έχω χάσει εδώ και τέσσερα χρόνια, ήταν δημοσιογράφος στον Ριζοσπάστη, Νίκος Καρκάνης το όνομά του, μήπως τον έχεις ακουστά; ”

”-Όχι Ασήμω μου, δεν τον έχω ακούσει αλλά δεν ξέρω και τίποτα από πολιτικά, δεν ανακατεύομαι, με αηδιάζει όλο αυτό το σινάφι των πολιτικάντηδων, μια μούρη έχουν όλοι και μόνον τα ονόματα διαφέρουν.”

Κατάλαβα, ωστόσο, ότι ίσως με τα λεγόμενά μου να ενοχληθεί για τον άντρα της που πολιτογραφούσε σε εφημερίδα και μάλιστα της αριστεράς, και προσπάθησα να το μαζέψω.

”-Για τις κυβερνήσεις μιλάω Ασήμω, όχι για τους δημοσιογράφους, αυτοί τη δουλειά τους κάνουν.”

Με κοίταζε επίμονα και ένιωθα το βλέμμα της να με διαπερνάει. Ένιωσα πολύ άβολα. Τι ήθελα και μίλαγα; Δεν χλαπάκιαζα το κανταϊφι και να σηκωθώ να φύγω καλύτερα; Άντε τώρα να εξηγώ τα ανεξήγητα.

Συνέχισα να ασχολούμαι με το καταϊφι αποφεύγοντας να κοιτάξω τη γριά περιμένοντας τη μπηχτή της και ψάχνοντας για δικαιολογίες.

”-Έχεις δίκιο, δημοσιογράφε” με ξάφνιασε και παράτησα το κανταϊφι. ”-Προδότες είναι όλοι τους και περισσότερο αυτοί που εξυπηρετούσε ο άντρας μου. Εμείς βγήκαμε στα βουνά και πολεμήσαμε τους κατακτητές περιμένοντας όχι καμιά αναγνώριση αλλά για να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας. Και αυτοί… ξεπουληθήκανε και ξεπούλησαν τα πάντα. Πρόδωσαν τους αγωνιστές και τον αγώνα για την ελευθερία. Και εμείς που πολεμήσαμε και καταφέραμε όσα καταφέραμε, για ανταμοιβή βρεθήκαμε στη φυλακή όχι από τους εισβολείς αλλά από τους δικούς μας, από αυτούς που νομίζαμε ότι μας υποστήριζαν και μας καθοδηγούσαν”.

Μιλούσε με έναν πολύ ήρεμο τρόπο, τόσο ήρεμο που προσπαθούσα να καταλάβω με τι σόι άτομο συζητούσα.

“-Για ποιον πόλεμο μιλάς κυρά Ασήμω μου, και τι δουλειά είχες εσύ με τους στρατιώτες;”

”-Άκου δημοσιογράφε. Το 40, όταν μας κήρυξαν οι Ιταλοί τον πόλεμο δεν τους πέταξαν στη θάλασσα τα φανταράκια, αλλά όλος εκείνος ο λαός που σκαρφάλωσε στα βουνά των συνόρων και χωρίς ρούχα και όπλα έκανε τα φασιστάκια να τρέχουν και να μην φτάνουν. Με μόνο όπλο τους την ψυχή τους. Αυτό, όμως, ήταν η αρχή. Μετά κατέβηκαν οι Γερμανοί, και αυτοί δεν ήταν χορεύτριες. Μπήκαν στην Ελλάδα και την κατέλαβαν. Τότε κι εμείς εδώ στα χωριά βγήκαμε στο βουνό και φτιάξαμε το αντάρτικο. Αρχηγός μας ο Άρης Βελουχιώτης. Αυτός έστησε το στρατό από τους ξυπόλητους που έδιωξαν τους Γερμανούς. Και μεις ήμασταν μαζί του, κι εγώ και ο άντρας μου. Από τα μέσα του 41 μέχρι την απελευθέρωση, τον Οκτώβρη του 44, ανεβοκατεβαίναμε στα βουνά ακολουθώντας τον αρχηγό. Από εκεί έχω τις σφαίρες. Από τις μάχες που κουβάλαγα τον οπλισμό. Και μετά τι; Οι γερμανοί φύγανε και τότε άρχισε ο χειρότερος πόλεμος. Ο πόλεμος μεταξύ μας. Το γιατί μη με ρωτάς, ψάξτο μόνος σου. Εγώ εκείνο που θα λέω μέχρι να πεθάνω είναι ότι οι μεγαλύτεροι προδότες ήταν στο κόμμα που πιστεύαμε. Η αριστερά μας πρόδωσε. Η αριστερά, που πληρώσαμε την αφοσίωσή μας εγώ με 9 και ο άντρας μου με 15 χρόνια φυλακή. Γιατί δεν θέλαμε να την απαρνηθούμε. Όσο για τον Άρη… αυτός δεν τους έδωσε αυτή τη χαρά. Όταν κατάλαβε ότι όλα είχαν χαθεί, φύτεψε μια σφαίρα στο κεφάλι του”.

Όση ώρα μιλούσε την κοιτούσα αποσβολωμένος μην τολμώντας, όχι να μιλήσω αλλά και ούτε να περάσει σκέψη αμφισβήτησης από το μυαλό μου. Ήταν τόσο, μα τόσο πειστική και σίγουρη γι’ αυτά που έλεγε αλλά και πονούσε συγχρόνως. Όχι το πόδι της από τις σφαίρες, αλλά η ψυχή της.

Η αφήγησή της ήταν μικρή, μα η ιστορία τόσο μεγάλη που δεν χωρούσε στο θολωμένο από τις σκέψεις μυαλό μου. Δεν άρθρωσα λέξη για αρκετή ώρα, μα και μετά που έπαψε να μιλάει. Τι να πω άλλωστε;

Σαν αστραπή πέρασαν εικόνες από μπροστά μου, από τότε που παιδάκι σουρνώμουνα δίπλα στον πατέρα μου και του ζητούσα να μου λέει ιστορίες από την κατοχή. Και εκείνος κουνούσε το κεφάλι του και διηγώταν πράγματα δύσκολα, περίεργα, που στην παιδική μου φαντασία μπερδεύονταν στα όρια του πραγματικού και του παραμυθιού, και μου άρεσαν. Μου άρεσαν τόσο, που όταν τα μάτια του πατέρα βασίλευαν και η φωνή του γινόταν αργή, εμένα με έτρωγε η αγωνία για το παρακάτω. Και αυτό το παρακάτω δεν ερχόταν ποτέ, γιατί όταν ξανάρχιζε να διηγείται ο τόπος και ο χρόνος ήταν αλλού, αλλά κι αυτή η ιστορία δεν είχε τέλος. Και εγώ μεγάλωσα και έπαψα να ζητάω ”ιστορίες της κατοχής” αλλά και ο πατέρας μου ποτέ δεν μιλούσε για τότε. Σποραδικά άκουγα διάφορα, όπως αντάρτες, χίτες, ταγματασφαλίτες, εθνοφρουρούς και άλλα τέτοια αλλά ούτε καταλάβαινα, ούτε και ενδιαφερόμουν να μάθω ποιοί ήταν οι ”καλοί” και ποιοί οι ”κακοί”. Μ’ αυτά θα ασχολούμαστε τώρα, σκεφτόμουνα, πάει περάσανε, ο κόσμος πάει μπροστά, περασμένα ξεχασμένα… ή μήπως όχι…

Και τώρα, ήμουν καθισμένος σε μια καρέκλα ενός καφενέ ορεινού χωριού μαζί με μια γριά, που της ζήτησα να την φωτογραφήσω γιατί μου άρεσε το σκηνικό για το ταξιδιωτικό μου άρθρο, της οποίας, όμως, τα λόγια με είχαν ακινητοποιήσει. Στην πραγματικότητα μού είχαν ανακατέψει τόσο πολύ το μυαλό, που λίγο ακόμα και θα ξέρναγα το κανταϊφι.

Καθώς καθόμασταν αμίλητοι μάλλον κατάλαβε ότι με τα λόγια της με είχε κεραυνοβολήσει, γιατί ξαφνικά σηκώθηκε και ήρθε δίπλα μου. Σήκωσα το κεφάλι μου να την κοιτάξω και μου φάνηκε θεόρατη. Άπλωσε το χέρι της και με άγγιξε στον ώμο: ”-Σήκω παλικάρι μου, ξέχασέ τα, περάσανε αυτά, αλλά… σχώρα με, έφυγε και ο Νίκος και έμεινα μόνη μου και… ε, τα θυμάμαι και γω, γριά γυναίκα είμαι, μη με ξεσυνερίζεσαι”.

Βγήκαμε έξω παρέα. Με κρατούσε από το μπράτσο όσο να φτάσουμε στην πόρτα του σπιτιού της για να μην γλιστρήσει στα παγωμένα σημεία του δρόμου. Εγώ, όμως, το ένιωθα, ότι αυτή η γυναίκα ποτέ δεν θα γλιστρούσε, ακόμα κι αν κάποιος την έσπρωχνε με δύναμη. Είχε καταλάβει ότι οι λέξεις της είχαν καρφωθεί στο μυαλό του άγνωστου συνομιλητή της και αυτό της άρεσε. Ίσως να ένιωσε ότι κατάλαβα ότι η ιστορία που διηγείται ο νικημένος είναι αναπόφευκτα αληθινή. Ωστόσο εγώ ακόμα τα έχω μπερδεμένα για το ποιος ήταν τελικά ο νικητής και ποιός ο νικημένος.

Πριν την χαιρετήσω της ζήτησα να της βγάλω άλλη μια φωτογραφία. Αρνήθηκε και εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα της, αλλά καθώς γύρισα να φύγω άκουσα τη φωνή της: ”Ε, πού ‘σαι, αν θες να μάθεις κάτι περισσότερο αγόρασε το βιβλίο του άντρα μου: ”Ήταν ο Δεκέμβρης αναπόφευκτος;” αυτός είναι ο τίτλος του. Κώστας Καρκάνης το όνομά του, δημοσιογράφος στον Ριζοσπάστη.

Ο ήχος της πόρτας που έκλεινε ήταν η σφραγίδα στη μνήμη μου, μαζί με τον τίτλο του βιβλίου και το όνομα του συγγραφέα, συζύγου της Ασήμως.

Καθισμένος στο γραφείο μου μπροστά στον υπολογιστή σκεφτόμουν για αρκετή ώρα πώς να αρχίσω αυτό το ταξιδιωτικό στην ορεινή Ναυπακτία. Όχι, δεν υπήρχε στο μυαλό μου κανένα στοιχείο ξενάγησης σε όμορφους τόπους, δεν υπήρχαν οδηγίες διαδρομών, σημεία προσοχής, πληροφορίες για διανυκτέρευση και καλό φαγητό. Στο μυαλό μου υπήρχε μόνο η εικόνα μια ψηλής γριάς και ένα όνομα: Ασήμω.

Έγραψα ένα μικρό κείμενο, εξηγώντας με 30 λέξεις ποια ήταν η Ασήμω, έβαλα και το slide σ’ ένα φάκελο και τα έστειλα στην εφημερίδα. Σε μερικές μέρες είδα τη δημοσίευση σε κάποια γωνιά στις μέσα σελίδες και χαμογέλασα πικρά. Και τώρα τι; Άλλη μια… είδηση και ένας γραφικός που την ανακάλυψε και την έβγαλε στο μανταλάκι.

Και όμως, πίσω από αυτή τη φωτογραφια με τη λεζάντα κρύβεται μια μεγάλη ιστορία. Η ιστορία ενός έθνους, που άλλοτε μας κάνει περήφανους και άλλοτε μας απογοητεύει. Η δική μας ιστορία, που οι περισσότεροι την αγνοούμε ενώ όσοι την ξέρουν την κρύβουν. Ακόμα κι αυτοί που ορίστηκαν να μας την διδάξουν έχουν υιοθετήσει τα διαστρεβλωμένα λόγια των νικητών, που την έχουν φτιάξει με γνώμονα τη διασπορά του φόβου.

Όλα για την καρέκλα.

Κοίταξα πάλι τη φωτογραφία στην εφημερίδα. Ναι, σίγουρα δεν ήταν αυτός ο στόχος μου. Σκοπός μου δεν ήταν να εντυπωσιάσω με την είδηση: κοιτάξτε τι ανακάλυψα εκεί πάνω στα βουνά.

Αλλά… ποιός ήταν ο σκοπός μου; Έλα μου ντε; Μήπως ήξερα κι εγώ; Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή βαράει το τηλέφωνο.

Από την άλλη άκρη της γραμμής άκουσα μια γνωστή φωνή να με ρωτάει αν ήμουν “εγώ ο ίδιος”

Μάλιστα, είπα, ποια ειστε;

Η Ασήμω, που με φωτογράφησες… θυμάσαι.

Οποία αστεία ερώτηση… άκου άν θυμάμαι… μπροστά μου είχα τη δημοσίευση με τη φωτογραφία της.

”-Πήρα την εφημερίδα στο τηλέφωνο και μου έδωσαν το τηλέφωνό σου” είπε. “Παιδάκι μου, τι μού έκανες; Το μπελά μου βρήκα, με πήρε η κόρη μου από την Αθήνα και με κατσάδιασε ότι τους έκανα ρεζίλι, τι είναι αυτό που έπαθα… α πα πα…”

Στην αρχή τα έχασα, νόμισα ότι είχα κάνει κάποια μεγάλη γκάφα και τη ρώτησα: ”-Πες μου Ασήμω μου, μήπως έγραψα κάποιο ψέμα, μήπως δεν κατάλαβα καλά αυτά που μού είπες και μπέρδεψα τίποτα, γιατί, και ποιος σε έκανε ρεζίλι; ”-Όχι παιδί μου, δεν έγραψες κάτι ψέμματα, ούτε μπερδεύτηκες, αλλά, να η κόρη μου δεν θέλει να μιλάμε γι’ αυτά, οι φίλοι της βλέπεις…”

Και τότε αγρίεψα, κατάλαβα το σκεπτικό της φοβιτσιάρας κόρης και την διέκοψα.

” -Άκου Ασήμω, όπως μού είπες ο άντρας σου ήταν δημοσιογράφος και μάλιστα έχει γράψει και βιβλία ιστορικά. Πες της κόρης σου λοιπόν, ότι όχι μόνον θα πρέπει να είναι περήφανη για σένα και τον πατέρα της αλλά και να διηγείται τα γεγονότα που σημάδεψαν και όχι στιγμάτισαν τη ζωή των γονιών της. Η αλήθεια είναι πως λυπάμαι, όχι γι’ αυτά που έγραψα αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα. Γιατί και ’γω ξέρω την τύφλα μου από την αληθινή ιστορία. Μόνον ιστοριούλες που μού έλεγε ο πατέρας μου και όλες αυτές τις μπούρδες που μας μάθανε στο σχολείο ξέρω. Θα ψάξω, όμως, και θα μάθω. Για να ξέρω εγώ τουλάχιστον”

”-Καλά παιδί μου” είπε, ”…εμείς για σας πολεμήσαμε και πήγαμε φυλακή, αλλά ο κόσμος άλλαξε, ποτέ να μην ξαναγίνουν τα ίδια, να’ σαι καλά παιδί μου, άντε γεια…”

Η γραμμή έκλεισε, και ΄γω έμεινα να κρατάω το βουβό ακουστικό του τηλεφώνου αρκετή ώρα. Μα τι έχουν οι άνθρωποι στο μυαλό τους; Για σκέψου, αφού ακόμα και το ίδιο σου το παιδί θέλει να σου βουλώσει το στόμα, φαντάσου τι θα κάνει ο αντίπαλος για να βγάλεις το σκασμό… Ναι, θα σου βουλώσει το στόμα, θα θάψει την ιστορία που δεν τον βολεύει. Την ιστορία που υπονομεύει την καρέκλα του. Θα σε εξαφανίσει. Και τότε τι τα θες τα μάτια; Άμα το μυαλό είναι τυφλό ακόμα κι αυτά σού είναι άχρηστα.”

Ασημίνα Καρκάνη
Η ιστορία αυτή δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ το 2003 από το Μπάμπη Κωνσταντάτο, οποίος είναι και ο αφηγητής της ιστορίας. Η Ασημίνα Καρκάνη ήταν μια από τις γυναίκες που στα 15 της χρόνια, βγήκε στο βουνό και πολέμησε στο πλευρό του Άρη Βελουχιώτη, χωρίς τα τραύματά της να λυγίσουν τη θέλησή της. Στα 19 της, στον Εμφύλιο, φυλακίστηκε για 13 χρόνια γιατί δεν ήθελε να προδώσει το ιδεολογικό της μετερίζι βάζοντας μια “ατιμωτική” υπογραφή. Η Ασημίνα Κερκάνη δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή όμως ο αγώνας της για την ελευθερία θα ζει πάντα.

Στο παρακάτω βίντεο θα παρακολουθήσετε ένα αφιέρωμα για τις γυναίκες της Αντίστασης. Μέσα σ’ αυτές και η Ασημίνα Καρκάνη.

*Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό φωτογραφικό αρχείο του Μπάμπη Κωνσταντάτου. Οι αλλοιώσεις που παρουσιάζουν είναι λόγω του χρόνου και του παλαιού αναλογικού τρόπου φωτογράφισης.

All rights reserved 2020. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση όλου του κειμένου ή τμήματος αυτού καθώς και η αναπαραγωγή των φωτογραφιών χωρίς αναφορά στην πηγή και το συντάκτη/φωτογράφο.

post a comment

Skip to content